Η ιστορία του τόπου

Ως πρώτοι κάτοικοι του νησιού αναφέρονται οι Φρύγες, οι Λέλεγες, οι Κάρες και οι Φοίνικες, οι οποίοι εγκαθίστανται στα παράλια ή μετεγκαθίστανται στο εσωτερικό του νησιού για να προστατευτούν από πειρατικές επιδρομές.

Η Νεολιθική Εποχή (5000-3000 π.Χ.) και η Πρώιμη Εποχή του Χαλκού ή Πρωτοκυκλαδική Εποχή (3000-2300 π.Χ.) παραμένουν προς το παρόν δίχως ευρήματα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στην Τήνο, εν αντιθέσει με τα άλλα νησιά των Κυκλάδων. Λίγα ευρήματα στο νοτιότερο ακρωτήριο του νησιού, στο λόφο του Βρέκαστρου, υποδηλώνουν ότι πιθανότατα είχε κατοικηθεί την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Η κατοίκηση του Βρεκάστρου συνεχίζεται όμως και κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού ή Μεσοκυκλαδική Εποχή (2300-1600 π.Χ.), οπότε και ο οικισμός οχυρώνεται καλύτερα με ένα ισχυρό τείχος, τμήματα του οποίου αναγνωρίζονται κάτω από τις νεότερες ξερολιθιές.

Η Υστεροελλαδική Εποχή Ι και ΙΙ ή Πρωτομυκηναϊκή Εποχή (1600/1550-1400 π.Χ.) παραμένει προς το παρόν και αυτή δίχως ευρήματα στην Τήνο. Η Μυκηναϊκή περίοδος αντιπροσωπεύεται από ένα μικρό θολωτό τάφο ημικατεστραμμένο, ο οποίος ανακαλύφθηκε το 1979 σε μια περιοχή βόρεια του Πύργου, κοντά στην Αγία Θέκλα και το μοναστήρι της Κυρά Ξένης.

Κατά την περίοδο των Σκοτεινών Αιώνων (1100-900 π.Χ.), όταν η πειρατεία βρίσκεται σε έξαρση, στα νησιά του Αιγαίου εντείνεται η μετακίνηση των οικισμών από τις παράλιες θέσεις προς την ενδοχώρα, σε τοποθεσίες, φυσικά οχυρά, με δυνατότητα οπτικού ελέγχου της θάλασσας. Στην Τήνο, μια τέτοια οχυρωμένη εγκατάσταση αναπτύσσεται στις νοτιοδυτικές παρυφές του Εξώμβουργου, όπου και αναγνωρίζονται ευρήματα ενός πελώριου κυκλώπειου τείχους και στην Καρδιανή σε καλή και ασφαλή θέση, κοντά στο Εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, όπου και αναγνωρίζονται ερείπια οικημάτων και νεκροταφείο. Το τέλος των Σκοτεινών Αιώνων φαίνεται να βρίσκει την Τήνο στον απόηχο της ανάπτυξης της Εύβοιας.

Κατά τη Γεωμετρική Περίοδο (9ος και 8ος αιώνας π.Χ.), η επιρροή της Εύβοιας ανταγωνίζεται επάξια αυτή της Αττικής στην Τήνο, με σκοπό την επικυριαρχία για τον έλεγχο του Ιερού της Δήλου. Κατά τον 8ο αι. π.Χ. στη νότια Τήνο το διοικητικό κέντρο οργανώνεται στο Εξώμβουργο, όπου τα ευρήματα προσφέρουν στοιχεία ενδεικτικά ενός πολύ καλά οργανωμένου οικισμού, με συνεκτική κοινωνική δομή. Ο οικισμός αυτός κατά τον 7ο αι. π.Χ. είναι πλέον το μεγάλο κέντρο που λειτουργεί ως πρωτεύουσα του νησιού. Το 664 π.Χ., μετά από τη διάλυση της συνομοσπονδίας των Ερετριέων με τις Κυκλάδες, οι Αθηναίοι ελέγχουν πια το Ιερό του Απόλλωνα στη Δήλο και αυξάνουν την επιρροή τους στην Τήνο.

Κατά τους Ύστερους Αρχαϊκούς Χρόνους (6ος αιώνας π.Χ.), αναπτύσσονται στενές σχέσεις με τους Αθηναίους, με συνέπεια το αυξημένο ενδιαφέρον για δραστηριότητες συσχετισμένες με την θάλασσα και την ανάπτυξη οικισμών γύρω από το λόφο Πόλες (περιοχή του Ναού της Παναγίας). Η μετέπειτα συνένωση των οικισμών αυτών οδήγησε στη δημιουργία του Άστεως. Η ιδιαίτερη σημασία του Άστεως για την Τήνο ενισχύεται με την κατασκευή του υδραγωγείου από τον Πεισίστρατο (549-542 π.Χ.).

Κατά την Πρώιμη Κλασσική Περίοδο (5ος αιώνας π.Χ.), την περίοδο έναρξης των Περσικών πολέμων το 490 π.Χ. και το 480 π.Χ., η Τήνος καταλαμβάνεται από τους Πέρσες. Το 477 π.Χ. συνάπτει με τους Αθηναίους συμμαχία και εμπλέκεται σε πολεμικές συρράξεις.

Η Ύστερη Κλασσική Περίοδος (4ος αιώνας π.Χ.) υπήρξε μια εξαιρετικά δύσκολη εποχή για την Τήνο. Το διοικητικό κέντρο του νησιού μεταφέρεται από το εσωτερικό του νησιού, δηλαδή από το Εξώμβουργο, στην παράλια ζώνη, γύρω από τους δυο λόφους της Μεγαλόχαρης. Ο πυρήνας δημιουργείται γύρω από το λόφο Πόλες, ο οικισμός εξελίσσεται σε μεγάλο αστικό κέντρο, το Άστυ και οχυρώνεται με ένα ισχυρό τείχος, το οποίο και διασώζεται. Το κέντρο του Άστεως, με την αγορά, το θέατρο και πιθανόν το ιερό του Διονύσου, οργανώνεται στην περιοχή γύρω από το Ναό της Παναγίας. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, την περίοδο αυτή, το λιμάνι της Τήνου χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσος σταθμός για τα πλοία που κατευθύνονται στη Δήλο. Στη σημερινή θέση Κιόνια αναπτύσσεται το μεγάλο ιερό του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης, γεγονός που πιστοποιείται από τις ανασκαφές που έχουν γίνει στην περιοχή. Από το 338 π.Χ., μετά την ήττα των Αθηναίων, αρχίζει η κυριαρχία των Μακεδόνων στρατηγών.

Κατά την Ελληνιστική Περίοδο, την κυριαρχία των Μακεδόνων διαδέχεται η επικυριαρχία των Πτολεμαίων έως το 268 π.Χ., οπότε η Τήνος περιέρχεται ξανά στην κυριαρχία του Μακεδόνα βασιλέα Αντίγονου, έως το 244 π.Χ. όταν ο Πτολεμαίος Γ΄ της Αιγύπτου γίνεται κύριος των Κυκλάδων. Μια δύσκολη περίοδος ακολουθεί από το 220 π.Χ. έως το 200 π.Χ. Τότε οι Ρόδιοι, με συμμάχους τον Άτταλο της Περγάμου και τους Ρωμαίους, καταλαμβάνουν πολλά νησιά των Κυκλάδων και την Τήνο, αποδίδοντάς τους όμως την αυτονομία τους. Η Τήνος, επιπλέον, γίνεται η έδρα μιας ομοσπονδίας, της οποίας οι αντιπρόσωποι συνεδριάζουν κατά τις εορτές των Ποσειδωνίων και των Διονυσίων.

Η ιστορία του τόπου

Ως πρώτοι κάτοικοι του νησιού αναφέρονται οι Φρύγες, οι Λέλεγες, οι Κάρες και οι Φοίνικες, οι οποίοι εγκαθίστανται στα παράλια ή μετεγκαθίστανται στο εσωτερικό του νησιού για να προστατευτούν από πειρατικές επιδρομές.

Η Νεολιθική Εποχή (5000-3000 π.Χ.) και η Πρώιμη Εποχή του Χαλκού ή Πρωτοκυκλαδική Εποχή (3000-2300 π.Χ.) παραμένουν προς το παρόν δίχως ευρήματα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στην Τήνο, εν αντιθέσει με τα άλλα νησιά των Κυκλάδων. Λίγα ευρήματα στο νοτιότερο ακρωτήριο του νησιού, στο λόφο του Βρέκαστρου, υποδηλώνουν ότι πιθανότατα είχε κατοικηθεί την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Η κατοίκηση του Βρεκάστρου συνεχίζεται όμως και κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού ή Μεσοκυκλαδική Εποχή (2300-1600 π.Χ.), οπότε και ο οικισμός οχυρώνεται καλύτερα με ένα ισχυρό τείχος, τμήματα του οποίου αναγνωρίζονται κάτω από τις νεότερες ξερολιθιές.

Η Υστεροελλαδική Εποχή Ι και ΙΙ ή Πρωτομυκηναϊκή Εποχή (1600/1550-1400 π.Χ.) παραμένει προς το παρόν και αυτή δίχως ευρήματα στην Τήνο. Η Μυκηναϊκή περίοδος αντιπροσωπεύεται από ένα μικρό θολωτό τάφο ημικατεστραμμένο, ο οποίος ανακαλύφθηκε το 1979 σε μια περιοχή βόρεια του Πύργου, κοντά στην Αγία Θέκλα και το μοναστήρι της Κυρά Ξένης.

Κατά την περίοδο των Σκοτεινών Αιώνων (1100-900 π.Χ.), όταν η πειρατεία βρίσκεται σε έξαρση, στα νησιά του Αιγαίου εντείνεται η μετακίνηση των οικισμών από τις παράλιες θέσεις προς την ενδοχώρα, σε τοποθεσίες, φυσικά οχυρά, με δυνατότητα οπτικού ελέγχου της θάλασσας. Στην Τήνο, μια τέτοια οχυρωμένη εγκατάσταση αναπτύσσεται στις νοτιοδυτικές παρυφές του Εξώμβουργου, όπου και αναγνωρίζονται ευρήματα ενός πελώριου κυκλώπειου τείχους και στην Καρδιανή σε καλή και ασφαλή θέση, κοντά στο Εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, όπου και αναγνωρίζονται ερείπια οικημάτων και νεκροταφείο. Το τέλος των Σκοτεινών Αιώνων φαίνεται να βρίσκει την Τήνο στον απόηχο της ανάπτυξης της Εύβοιας.

Κατά τη Γεωμετρική Περίοδο (9ος και 8ος αιώνας π.Χ.), η επιρροή της Εύβοιας ανταγωνίζεται επάξια αυτή της Αττικής στην Τήνο, με σκοπό την επικυριαρχία για τον έλεγχο του Ιερού της Δήλου. Κατά τον 8ο αι. π.Χ. στη νότια Τήνο το διοικητικό κέντρο οργανώνεται στο Εξώμβουργο, όπου τα ευρήματα προσφέρουν στοιχεία ενδεικτικά ενός πολύ καλά οργανωμένου οικισμού, με συνεκτική κοινωνική δομή. Ο οικισμός αυτός κατά τον 7ο αι. π.Χ. είναι πλέον το μεγάλο κέντρο που λειτουργεί ως πρωτεύουσα του νησιού. Το 664 π.Χ., μετά από τη διάλυση της συνομοσπονδίας των Ερετριέων με τις Κυκλάδες, οι Αθηναίοι ελέγχουν πια το Ιερό του Απόλλωνα στη Δήλο και αυξάνουν την επιρροή τους στην Τήνο.

Κατά τους Ύστερους Αρχαϊκούς Χρόνους (6ος αιώνας π.Χ.), αναπτύσσονται στενές σχέσεις με τους Αθηναίους, με συνέπεια το αυξημένο ενδιαφέρον για δραστηριότητες συσχετισμένες με την θάλασσα και την ανάπτυξη οικισμών γύρω από το λόφο Πόλες (περιοχή του Ναού της Παναγίας). Η μετέπειτα συνένωση των οικισμών αυτών οδήγησε στη δημιουργία του Άστεως. Η ιδιαίτερη σημασία του Άστεως για την Τήνο ενισχύεται με την κατασκευή του υδραγωγείου από τον Πεισίστρατο (549-542 π.Χ.).

Κατά την Πρώιμη Κλασσική Περίοδο (5ος αιώνας π.Χ.), την περίοδο έναρξης των Περσικών πολέμων το 490 π.Χ. και το 480 π.Χ., η Τήνος καταλαμβάνεται από τους Πέρσες. Το 477 π.Χ. συνάπτει με τους Αθηναίους συμμαχία και εμπλέκεται σε πολεμικές συρράξεις.

Η Ύστερη Κλασσική Περίοδος (4ος αιώνας π.Χ.) υπήρξε μια εξαιρετικά δύσκολη εποχή για την Τήνο. Το διοικητικό κέντρο του νησιού μεταφέρεται από το εσωτερικό του νησιού, δηλαδή από το Εξώμβουργο, στην παράλια ζώνη, γύρω από τους δυο λόφους της Μεγαλόχαρης. Ο πυρήνας δημιουργείται γύρω από το λόφο Πόλες, ο οικισμός εξελίσσεται σε μεγάλο αστικό κέντρο, το Άστυ και οχυρώνεται με ένα ισχυρό τείχος, το οποίο και διασώζεται. Το κέντρο του Άστεως, με την αγορά, το θέατρο και πιθανόν το ιερό του Διονύσου, οργανώνεται στην περιοχή γύρω από το Ναό της Παναγίας. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, την περίοδο αυτή, το λιμάνι της Τήνου χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσος σταθμός για τα πλοία που κατευθύνονται στη Δήλο. Στη σημερινή θέση Κιόνια αναπτύσσεται το μεγάλο ιερό του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης, γεγονός που πιστοποιείται από τις ανασκαφές που έχουν γίνει στην περιοχή. Από το 338 π.Χ., μετά την ήττα των Αθηναίων, αρχίζει η κυριαρχία των Μακεδόνων στρατηγών.

Κατά την Ελληνιστική Περίοδο, την κυριαρχία των Μακεδόνων διαδέχεται η επικυριαρχία των Πτολεμαίων έως το 268 π.Χ., οπότε η Τήνος περιέρχεται ξανά στην κυριαρχία του Μακεδόνα βασιλέα Αντίγονου, έως το 244 π.Χ. όταν ο Πτολεμαίος Γ΄ της Αιγύπτου γίνεται κύριος των Κυκλάδων. Μια δύσκολη περίοδος ακολουθεί από το 220 π.Χ. έως το 200 π.Χ. Τότε οι Ρόδιοι, με συμμάχους τον Άτταλο της Περγάμου και τους Ρωμαίους, καταλαμβάνουν πολλά νησιά των Κυκλάδων και την Τήνο, αποδίδοντάς τους όμως την αυτονομία τους. Η Τήνος, επιπλέον, γίνεται η έδρα μιας ομοσπονδίας, της οποίας οι αντιπρόσωποι συνεδριάζουν κατά τις εορτές των Ποσειδωνίων και των Διονυσίων.

Τα Ρωμαϊκά Χρόνια και κατά την Όψιμη αρχαιότητα, μετά τη διάλυση του Μακεδονικού κράτους, το 146 π.Χ., η Τήνος περιέρχεται στη Ρωμαϊκή κυριαρχία, ως τμήμα της επαρχίας της Μικράς Ασίας. Μετά την καταστροφή της Κορίνθου, η Δήλος καθίσταται το μοναδικό κέντρο εμπορίου. Το μικρό αλλά φημισμένο αυτό νησί αποτελεί ενδιάμεσο σταθμό και με το λιμάνι του παρέχει ασφάλεια στα πλοία που πλέουν από την Ελλάδα και την Ιταλία στην Ασία και την Αφρική. Ο αντίκτυπος της άνθησης του εμπορίου στη Δήλο είναι ευεργετικός για την Τήνο. Το 88 π.Χ., η Δήλος καταστρέφεται από τον Μηνοφάνη, στρατηγό του βασιλέα Μιθριδάτη (ΣΤ΄) και συχνές επιδρομές πειρατών πλήττουν τα νησιά του Αιγαίου. Το 67 π.Χ., οι Ρωμαίοι καταδιώκουν και απαλλάσσουν τις Ελληνικές θάλασσες από τους πειρατές. Το 268 μ.Χ., μετά την καταστροφή της Αθήνας, η επιδρομή των Ερούλων στις Κυκλάδες έχει σα συνέπεια τη λεηλασία ορισμένων νησιών, μεταξύ των οποίων και της Τήνου και την εγκατάλειψη του Ιερού του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης.

Η Βυζαντινή Περίοδος (337 μ.Χ.- 1207 μ.Χ.) χαρακτηρίζεται από πολιτιστικό, δημογραφικό και οικονομικό μαρασμό, επιδρομές των πειρατών, μετακίνηση των οικισμών προς την ενδοχώρα, επιδρομές των βαρβαρικών φυλών, επιδημίες, σεισμούς και εκρήξεις των ηφαιστείων (Σαντορίνη 557 μ.Χ. και 740 μ.Χ.). Το Εξώμβουργο, λόγω της ασφαλούς θέσης του, γίνεται για μια ακόμη φορά, η κατάλληλη τοποθεσία για την πρωτεύουσα του νησιού, την πρώτη οχυρωμένη μεσαιωνική πόλη, το Castello di Santa Elena. Άλλοι οικισμοί της περιόδου αυτής είναι η Καρυά, ο Τριπόταμος, ο Κάμπος, τα Λουτρά, η Μεσαριά, το Σκλαβοχωριό, η Στενή, η Ποταμιά, τα Δυο Χωριά, η Κώμη, τα Κελιά, το Αγάπη και ο Πύργος.

Κατά τη Γκιζοκρατία (1207 μ.Χ -1390 μ.Χ.), η Κωνσταντινούπολη πέφτει στα χέρια των Φράγκων και των Βενετών στις 12 Απριλίου 1204. Η Τήνος χορηγείται, μεταξύ άλλων περιοχών, στον πρώτο Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, Μαρκήσιο Βαλδουίνο της Φλάνδρας και εν συνεχεία κυριεύεται από τους αδελφούς Ghisi και τίθεται κάτω από την υψηλή επικυριαρχία του Λατίνου αυτοκράτορα Ερρίκου της Φλάνδρας. Ο Βενετός Ανδρέας Ghisi ορίζει ως μόνιμη κατοικία του την Τήνο. Στην εξουσία τον διαδέχονται οι απόγονοί του, μέχρι το θάνατο του τελευταίου, Γεωργίου III Ghisi. Οι Ghisi επιβάλλουν στο νησί τη Λατινική εκκλησία, ενώ το κάστρο του νησιού είναι η πρωτεύουσα του κρατιδίου τους. Την περίοδο αυτή παρατηρείται εποικισμός από άλλες Ελληνικές περιοχές, ιδίως από τη Βόρεια Ελλάδα και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, από την Κρήτη αλλά και ξένους, όπως Ιταλούς Βενετικής καταγωγής, Γάλλους και Ισπανούς.

Η σχέση της Τήνου με τη Βενετία εγκαινιάζεται το 1204 μ.Χ. και ξεκινάει η Περίοδος της Βενετοκρατίας (1590 μ.Χ -1715 μ.Χ.). Η Βενετική κυριαρχία εγκαθιδρύεται το 1437 μ.Χ. και παραμένει έως τις αρχές του 18ου αι., αποτελώντας μια εχθρική σφήνα στον κορμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Βενετοτουρκικός πόλεμος του 16ου και 17ου αι.). Κατά τη διάρκειά της, οι κάτοικοι της Τήνου αντιστέκονται σθεναρά μαζί με τους Βενετούς και το νησί οργανώνεται ως ορμητήριο Βενετικών εξορμήσεων στο Αιγαίο, κατά του Τουρκικού στόλου. Το κάστρο στο Εξώμβουργο και αυτή την περίοδο των Τούρκικων επιδρομών, λειτουργεί ως τόπος συγκέντρωσης των κατοίκων. Το κάστρο παραδίδεται στον Τούρκο ναύαρχο Τζανούμ Πασά το 1715, μετά από ασφυκτική πολιορκία και υπαναχώρηση του Βενετού διοικητή Bernardo Baldi. Η μετάβαση στο νέο καθεστώς γίνεται ειρηνικά και οι έγκλειστοι στο κάστρο πληθυσμοί της υπαίθρου επανέρχονται ειρηνικά στα χωριά τους. Η παλαιά πρωτεύουσα όμως, στο κάστρο του Εξώμβουργου, σταδιακά εγκαταλείπεται και το κάστρο καταστρέφεται. Οι κάτοικοι μεταφέρονται στη σημερινή πρωτεύουσα του νησιού, το λιμάνι του Αγίου Νικολάου, ενώ ζωντανεύουν σταδιακά και οι οικισμοί στην Εξωμεριά, στα Μέσα και στα Επάνω Μέρη. Η επίσημη παράδοση της Τήνου στην Οθωμανική αυτοκρατορία σημειώνεται το 1718, με τη συνθήκη του Πασσάροβιτς.

Η μετάβαση από τη Βενετική στην Τούρκικη κυριαρχία γίνεται ήπια και ομαλά, με την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1715 μ.Χ -1821 μ.Χ.). Οι Τήνιοι δεν τιμωρούνται για την εχθρική στάση τους απέναντι στους Τούρκους, αντίθετα τους παραχωρούνται προνόμια και εξασφαλίζεται η αυτοδιοίκησή τους. Η Ελληνική σημαία στο νησί της Τήνου παραμένει υψωμένη. Η ορθόδοξη κοινότητα αποκτά την ελευθερία της θρησκευτικής της συνείδησης και με την πάροδο του χρόνου εξομαλύνονται οι δογματικές διαφορές μεταξύ Ορθόδοξων και Καθολικών, εξασφαλίζοντας τη σύμπνοια και την ειρηνική συμβίωση. Την περίοδο μεταξύ 1771-1774, η Τήνος εμπίπτει στην Ρωσική κατοχή. Σημαντικό ρόλο, την περίοδο αυτή, παίζει η παρουσία εκπροσώπων των Ευρωπαϊκών δυνάμεων και οι σχέσεις τους με τους Τήνιους πολίτες, καθώς και η κινητικότητα του πληθυσμού.

Η Τήνος στα χρόνια της Επανάστασης

Τη σημαία της Επανάστασης υψώνει πρώτος, από τους οικισμούς των Κυκλάδων, ο Πύργος, στον Πάνορμο. Μαζί συντάσσονται και οι κάτοικοι των Μέσα και των Επάνω Μερών, σε πανστρατιά, προς αποτίναξη του Τούρκικου ζυγού μαζί με τους Πανέλληνες. Στις 30 Ιανουαρίου 1823 η σεπτή εικόνα της Μεγαλόχαρης αποκαλύπτεται στην Τήνο και ο αέρας στο νησί μοσχοβολά θεία αρώματα. Ο Ναός της λαμβάνει το χαρακτήρα «Ευαγούς Ιδρύματος» με ευρείς στόχους.

Η Νεότερη Τήνος

Η ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους δίνει τέλος στην ανασφάλεια και στις ταραχές των επαναστατικών χρόνων. Η ίδρυση της Ερμούπολης και η εμβέλειά της, τόσο στο Κυκλαδικό σύμπλεγμα, όσο και σε επίπεδο επικράτειας, συμβάλλει στην οικονομική και δημογραφική ύφεση της Τήνου. Η ακτινοβολία του προσκυνήματος της Μεγαλόχαρης, η έντονη καλλιτεχνική παράδοση και η πνευματική καλλιέργεια της προσδίδουν κύρος και την καθιστούν γνωστή σ’ όλη την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Στα Κάτω Μέρη, τα Πάνω Μέρη και το ζωτικό χώρο της Χώρας κυριαρχεί η αγροτική οικονομία, ενώ στην Εξωμεριά ανθεί το πρωτόγνωρο για τον Ελλαδικό χώρο καλλιτεχνικό φαινόμενο, που μετατρέπει το νησί σε κοιτίδα της Νεοελληνικής τέχνης. Οι πολιτικές εντάσεις και οι πολεμικές συρράξεις της χώρας, κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αι., σημαδεύουν για δεκαετίες τη ζωή του νησιού. Η κατοχή και η ύφεση της γεωργικής παραγωγής οδηγούν τους Τηνιακούς προς την Αθήνα. Η τοπική οικονομία και η κοινωνική συνοχή, με συνδετικό κρίκο τις παραδόσεις του τόπου, αποκαθίστανται σταδιακά και οδηγούν την Τήνο στη σύγχρονη εποχή της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

[1] «Τήνος Ιστορία και Πολιτισμός», Τόμος Α’, Δήμος Εξωμβούργου, Τήνος.

[2] «Γεώργιος Δωριζάς:

Μέρος 1ο: Η Αρχαία Τήνος

Μέρος 2ο: Η Μεσαιωνική Τήνος

Μέρος 3ο: Η Τήνος επί Τουρκοκρατίας»

online κρατηση
Εγγύηση καλύτερης τιμής
ΚΑΝΤΕ ΚΡΑΤΗΣΗ
Ελέγξτε τη διαθεσιμότητα
https://www.crossroadsinn.gr
37.9778
23.7278